Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soporific
01
υπνωτικό, υπνοτικό
a substance that induces sleep
Παραδείγματα
She took a soporific before the flight to ensure she could sleep.
Πήρε ένα υπνωτικό πριν από την πτήση για να διασφαλίσει ότι θα μπορούσε να κοιμηθεί.
soporific
01
υπνωτικός, νηπτικός
causing one to become sleepy and mentally inactive
Παραδείγματα
The dim lighting and soft voices created a soporific atmosphere in the room.
Το χαμηλό φωτισμό και οι απαλές φωνές δημιούργησαν μια υπνωτική ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
soporific
soporif



























