soporific
so
ˌsɑ:
σα
po
po:
πω
ri
ˈrɪ
ρι
fic
fɪk
φικ
/sˌɒpɔːɹˈɪfɪk/

Ορισμός και σημασία του "soporific"στα αγγλικά

01

υπνωτικό, υπνοτικό

a substance that induces sleep
Παραδείγματα
She took a soporific before the flight to ensure she could sleep.
Πήρε ένα υπνωτικό πριν από την πτήση για να διασφαλίσει ότι θα μπορούσε να κοιμηθεί.
01

υπνωτικός, νηπτικός

causing one to become sleepy and mentally inactive
Παραδείγματα
The dim lighting and soft voices created a soporific atmosphere in the room.
Το χαμηλό φωτισμό και οι απαλές φωνές δημιούργησαν μια υπνωτική ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store