Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sophistical
01
σοφιστικός, παραπλανητικός
(of an argument) believeable and smart, yet invalid and tending to deceive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sophistical
συγκριτικός βαθμός
more sophistical
διαβαθμίσιμο



























