sophist
so
ˈsɑ:
σα
phist
fɪst
φιστ
/sˈɒfɪst/

Ορισμός και σημασία του "sophist"στα αγγλικά

01

σοφιστής, πανουργος συνομιλητής

someone that is skilled in devious argumentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sophists
02

σοφιστής, δάσκαλος φιλοσοφίας και ρητορικής στην αρχαία Ελλάδα με σκεπτικιστική στάση

a teacher of philosophy and rhetoric in ancient Greek with a skeptical attitude

Λεξικό Δέντρο

sophistic
sophistry
sophist
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store