sophism
so
ˈsɒ
so
phi
fi
sm
zəm
zēm
sapphismsufism

Ορισμός και σημασία του "sophism"στα αγγλικά

01

σοφιστεία, παραπλανητικό επιχείρημα

an invalid argument which appears to be true and is used to intentionally deceive someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sophisms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store