Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
someone
01
κάποιος, είς
a person who is not mentioned by name
Παραδείγματα
Someone left their umbrella in the hallway.
Κάποιος άφησε την ομπρέλα του στο διάδρομο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
someone
some
one



























