Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solubility
01
διαλυτότητα, ικανότητα διάλυσης
the ability to dissolve in a liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Salt has high solubility in water and readily dissolves into ionic components when added to the solvent.
Το αλάτι έχει υψηλή διαλυτότητα στο νερό και διαλύεται εύκολα σε ιοντικά συστατικά όταν προστεθεί στο διαλύτη.
02
διαλυτότητα, επιλυσιμότητα
(of problems) the quality of being effectively resolvable
Παραδείγματα
With collaboration between opposing groups, the conflict may have greater solubility through mutually agreeable concessions.
Με τη συνεργασία μεταξύ αντιμαχόμενων ομάδων, η σύγκρουση μπορεί να έχει μεγαλύτερη διαλυτότητα μέσω αμοιβαία αποδεκτών παραχωρήσεων.
03
διαλυτότητα, ικανότητα διάλυσης
the quantity of a particular substance that can dissolve in a particular solvent (yielding a saturated solution)
Λεξικό Δέντρο
dissolubility
insolubility
solubility
soluble
solve



























