solubility
so
ˌsɒ
so
lu
ljʊ
lyoo
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
solvability

Ορισμός και σημασία του "solubility"στα αγγλικά

01

διαλυτότητα, ικανότητα διάλυσης

the ability to dissolve in a liquid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Salt has high solubility in water and readily dissolves into ionic components when added to the solvent. 

Το αλάτι έχει υψηλή διαλυτότητα στο νερό και διαλύεται εύκολα σε ιοντικά συστατικά όταν προστεθεί στο διαλύτη.

02

διαλυτότητα, επιλυσιμότητα

(of problems) the quality of being effectively resolvable 
Παραδείγματα
With collaboration between opposing groups, the conflict may have greater solubility through mutually agreeable concessions. 

Με τη συνεργασία μεταξύ αντιμαχόμενων ομάδων, η σύγκρουση μπορεί να έχει μεγαλύτερη διαλυτότητα μέσω αμοιβαία αποδεκτών παραχωρήσεων.

03

διαλυτότητα, ικανότητα διάλυσης

the quantity of a particular substance that can dissolve in a particular solvent (yielding a saturated solution) 

Λεξικό Δέντρο

dissolubility
insolubility
solubility
soluble
solve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store