solder
sol
ˈsɑ
σα
der
dɜr
ντερρ
/sˈɒldɐ/

Ορισμός και σημασία του "solder"στα αγγλικά

to solder
01

συγκολλώ, κολλώ με κασσίτερο

to connect two metal pieces by melting and flowing a filler metal into the joint
Transitive: to solder metal pieces
to solder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
solder
γ΄ ενικό πρόσωπο
solders
ενεστώτα μετοχή
soldering
απλός αόριστος
soldered
παθητική μετοχή
soldered
Παραδείγματα
They are soldering the delicate parts of the electronic device.
Συγκολλούν τα λεπτά μέρη της ηλεκτρονικής συσκευής.
01

συγκολλητικό κράμα, κασσίτερος για συγκόλληση

a combination of metals, often lead or tin, melted to join two pieces of metal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The artist used solder to join the intricate metal pieces in her sculpture.
Η καλλιτέχνης χρησιμοποίησε κασσίτερο για να ενώσει τα περίπλοκα μεταλλικά κομμάτια στο γλυπτό της.

Λεξικό Δέντρο

soldering
unsolder
solder
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store