solar cell
so
ˈsəʊ
sew
lar
cell
sɛl
sel

Ορισμός και σημασία του "solar cell"στα αγγλικά

01

ηλιακό κύτταρο, φωτοβολταϊκό κύτταρο

a device that converts the energy of the sun into electricity 
solar cell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
solar cells
Παραδείγματα
A solar cell, also known as a photovoltaic cell, converts sunlight directly into electricity. 

Ένα ηλιακό κύτταρο, γνωστό και ως φωτοβολταϊκό κύτταρο, μετατρέπει άμεσα το φως του ήλιου σε ηλεκτρισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store