soil
soil
sɔɪl
σοϊλ
/sˈɔ‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "soil"στα αγγλικά

01

χώμα, έδαφος

the black or brownish substance consisted of organic remains, rock particles, and clay that forms the upper layer of earth where trees or other plants grow
soil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Farmers test the soil regularly to ensure it has the necessary nutrients for crops.
Οι αγρότες ελέγχουν τακτικά το έδαφος για να διασφαλίσουν ότι περιέχει τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά για τις καλλιέργειες.
1.1

βρωμιά, κηλίδα

the condition of being dirty or stained
Παραδείγματα
She cleaned the soil from the window sill.
Καθάρισε την βρωμιά από το περβάζι του παραθύρου.
02

έδαφος, εθνικό έδαφος

the geographical area under the jurisdiction of a sovereign state, often referring to land within a country's borders
Παραδείγματα
The treaty was signed on neutral soil to ensure fairness.
Η συνθήκη υπογράφηκε σε ουδέτερο έδαφος για να διασφαλιστεί η δικαιοσύνη.
to soil
01

λεκιάζω, μολύνω

to make dirty with a substance, such as mud or dirt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soil
γ΄ ενικό πρόσωπο
soils
ενεστώτα μετοχή
soiling
απλός αόριστος
soiled
παθητική μετοχή
soiled
Παραδείγματα
Heavy rain can sometimes soil the pathways in a park.
Οι καταρρακτώδεις βροχές μπορούν μερικές φορές να λερώσουν τα μονοπάτια σε ένα πάρκο.
1.1

μολύνω, λερώνω

to dirty something by defecating on or in it
Παραδείγματα
They had to replace the rug after it was soiled by the pet.
Έπρεπε να αντικαταστήσουν το χαλί αφού λησμονήθηκε από το κατοικίδιο.

Λεξικό Δέντρο

subsoil
undersoil
soil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store