soh
soh
səʊ
σεου
mo.foedohowe

Ορισμός και σημασία του "soh"στα αγγλικά

01

σολ, η πέμπτη νότα της κλίμακας στην τονική σολφέζ

the fifth note of the scale in tonic sol-fa 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sohs
Παραδείγματα
The choir sang from doh to soh and back down again. 

Η χορωδία τραγούδησε από ντο έως σολ και κατέβηκε ξανά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store