believer
Pronunciation
/bɪˈliːvɚ/

Ορισμός και σημασία του "believer"στα αγγλικά

01

πιστός, ακόλουθος

a person who has faith in a god or follows a particular religion
believer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
believers
Παραδείγματα
The community respects the practices of all believers.
Η κοινότητα σέβεται τις πρακτικές όλων των πιστών.
02

πιστός, υποστηρικτής

a supporter who accepts something as true
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store