Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to belittle
01
υποτιμώ, μειώνω
to make something or someone seem less important
Transitive: to belittle sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
belittle
γ΄ ενικό πρόσωπο
belittles
ενεστώτα μετοχή
belittling
απλός αόριστος
belittled
παθητική μετοχή
belittled
Παραδείγματα
He often belittles his coworkers' contributions, making them feel undervalued.
Συχνά υποτιμά τις συνεισφορές των συναδέλφων του, κάνοντάς τους να αισθάνονται υποτιμημένοι.
02
υποτιμώ, μειώνω
to speak or express derogatory remarks about someone
Transitive: to belittle sb
Παραδείγματα
She often belittles her colleagues, making them feel inadequate.
Συχνά μειώνει τους συναδέλφους της, κάνοντάς τους να αισθάνονται ανεπαρκείς.
Λεξικό Δέντρο
belittled
belittling
belittling
belittle
little



























