sock
sock
sɒk
sok
shockstocksmockspock

Ορισμός και σημασία του "sock"στα αγγλικά

01

κάλτσα

a soft item of clothing we wear on our feet 
sock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
socks
Παραδείγματα
He wore thick woolen socks to keep his feet cozy in the snow. 

Φορούσε χοντρά μάλλινα κάλτσες για να κρατήσει τα πόδια του ζεστά στο χιόνι.

02

άνεμοσάκος, κώνος ανέμου

a truncated cloth cone mounted on a mast; used (e.g., at airports) to show the direction of the wind 
to sock
01

χτυπώ δυνατά, χτυπώ σκληρά

hit hard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sock
γ΄ ενικό πρόσωπο
socks
ενεστώτα μετοχή
socking
απλός αόριστος
socked
παθητική μετοχή
socked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store