sock
sock
sɑ:k
σακ
/sɒk/

Ορισμός και σημασία του "sock"στα αγγλικά

01

κάλτσα

a soft item of clothing we wear on our feet
sock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
socks
Παραδείγματα
The striped socks matched perfectly with his striped shirt.
Οι ριγέ κάλτσες ταίριαζαν τέλεια με τη ριγέ μπλούζα του.
02

άνεμοσάκος, κώνος ανέμου

a truncated cloth cone mounted on a mast; used (e.g., at airports) to show the direction of the wind
to sock
01

χτυπώ δυνατά, χτυπώ σκληρά

hit hard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sock
γ΄ ενικό πρόσωπο
socks
ενεστώτα μετοχή
socking
απλός αόριστος
socked
παθητική μετοχή
socked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store