Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
socially
01
κοινωνικά, με κοινωνικό τρόπο
in a way that is related to society, its structure, or classification
Παραδείγματα
Technology has transformed the way people connect and communicate socially.
Η τεχνολογία έχει μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συνδέονται και επικοινωνούν κοινωνικά.
02
κοινωνικά, με κοινωνικό τρόπο
in a social manner
Λεξικό Δέντρο
socially
social
soc



























