soaker
soa
ˈsəʊ
sew
ker
shakersaker

Ορισμός και σημασία του "soaker"στα αγγλικά

01

μέθυσος, αλκοολικός

a person who drinks alcohol to excess habitually 
soaker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
soakers
02

καταρρακτώδης βροχή, ισχυρή βροχή

a heavy rain 
soaker definition and meaning

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

soaker
soak
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store