Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soap
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He dropped the slippery soap in the shower.
Έριξε το γλιστερό σαπούνι στο ντους.
02
σαπούνι, GHB
street names for gamma hydroxybutyrate
03
δωροδοκία, μπαξίσι
money offered as a bribe
04
σαπουνόπερα, τηλεοπτική σειρά
a type of television drama that focuses on the lives, relationships, and struggles of its characters, often with ongoing storylines
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She has a role in a popular soap that airs every evening.
Έχει έναν ρόλο σε μια δημοφιλή σαπουνόπερα που προβάλλεται κάθε βράδυ.
to soap
01
σαπουνίζω, πλένω με σαπούνι
to apply or lather with soap for the purpose of cleaning or washing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soap
γ΄ ενικό πρόσωπο
soaps
ενεστώτα μετοχή
soaping
απλός αόριστος
soaped
παθητική μετοχή
soaped
Λεξικό Δέντρο
soapy
soap



























