Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to soak up
01
απορροφώ, βυθίζομαι
to fully immerse oneself in an experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
soak
ενεστώτας
soak up
γ΄ ενικό πρόσωπο
soaks up
ενεστώτα μετοχή
soaking up
απλός αόριστος
soaked up
παθητική μετοχή
soaked up
Παραδείγματα
During the workshop, participants were encouraged to soak up the knowledge being shared by the expert.
Κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου, οι συμμετέχοντες ενθαρρύνθηκαν να απορροφήσουν τις γνώσεις που μοιράστηκε ο ειδικός.
02
απορροφώ, αφομοιώνω
to learn or acquire knowledge, information, or experience
Παραδείγματα
The students were encouraged to soak up historical facts during the museum tour.
Οι μαθητές ενθαρρύνθηκαν να απορροφήσουν ιστορικά γεγονότα κατά τη διάρκεια της ξενάγησης στο μουσείο.
03
απορροφώ, διαποτίζω
to absorb a liquid, usually describing the action of a dry material taking in a wet substance
Παραδείγματα
The sponge was left to soak up the spilled water on the kitchen counter.
Το σφουγγάρι αφέθηκε να απορροφήσει το χυμένο νερό στον πάγκο της κουζίνας.



























