snowstorm
Pronunciation
/ˈsnoʊˌstɔrm/

Ορισμός και σημασία του "snowstorm"στα αγγλικά

01

χιονοθύελλα, χιονοστρόβιλος

a heavy fall of snow with a strong wind
snowstorm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snowstorms
Παραδείγματα
The snowstorm created beautiful icicles hanging from the roofs.
Η χιονοθύελλα δημιούργησε όμορφες παγοκρύσταλλους που κρέμονταν από τις στέγες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store