snow-white
snow
snəʊ
snew
white
waɪt
vait

Ορισμός και σημασία του "snow-white"στα αγγλικά

snow-white
01

χιονισμένος, άσπρος σαν το χιόνι

having a pure white color like the snow 
snow-white definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snow-white
συγκριτικός βαθμός
more snow-white
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, nature, appearance
Παραδείγματα
The snow-white clouds floated lazily across the azure sky, creating a picturesque scene. 

Τα χιονισμένα σύννεφα αιωρούνταν οκνηρά στον γαλάζιο ουρανό, δημιουργώντας μια γραφική σκηνή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store