snot
snot
snɒt
snot
snoutsnootsnort

Ορισμός και σημασία του "snot"στα αγγλικά

01

μύξα, ρινικό βλέννα

nasal mucus 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

μύξας, αναιδής

a person regarded as contemptible, childish, or obnoxious 
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
That snot laughed while ruining the game. 

Αυτός ο αχρείος γέλασε ενώ κατέστρεφε το παιχνίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

snotty
snot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store