Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snitch
01
καταδότης, πληροφοριοδότης
a person who informs on others, often to the police or authorities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snitches
Παραδείγματα
He will snitch if pressured by the cops.
Θα καταδώσει αν πιεστεί από την αστυνομία.
to snitch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snitch
γ΄ ενικό πρόσωπο
snitches
ενεστώτα μετοχή
snitching
απλός αόριστος
snitched
παθητική μετοχή
snitched
Παραδείγματα
His tendency to snitch made him unpopular among his peers.
Η τάση του να καταδίδει τον έκανε αντιπαθή στους συνομηλίκους του.
02
κλέβω, αρπάζω
take by theft



























