sniffer
Pronunciation
/ˈsnɪfɝ/

Ορισμός και σημασία του "sniffer"στα αγγλικά

01

μυξιάρης, οσφραντής

a person who sniffs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sniffers
02

μύτη, μυξίθρα

a person's nose
slang
Παραδείγματα
That dog has a better sniffer than any human.
Αυτός ο σκύλος έχει καλύτερη μύτη από οποιονδήποτε άνθρωπο.

Λεξικό Δέντρο

sniffer
sniff
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store