sniffer
sni
ˈsnɪ
sni
ffer
snuffersniftersniffler

Ορισμός και σημασία του "sniffer"στα αγγλικά

01

μυξιάρης, οσφραντής

a person who sniffs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sniffers
02

μύτη, μυξίθρα

a person's nose 
αργκό
Παραδείγματα
He's got a big sniffer, perfect for smelling flowers. 

Έχει μια μεγάλη μύτη, τέλεια για να μυρίζει λουλούδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sniffer
sniff
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store