Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sneezing
01
φτάρνισμα, φτάρνισμα
a symptom consisting of the involuntary expulsion of air from the nose
Λεξικό Δέντρο
sneezing
sneeze
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φτάρνισμα, φτάρνισμα
Λεξικό Δέντρο