Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sneak away
01
ξεγλιστρώ, φεύγω κρυφά
to leave a place quietly or without being noticed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
sneak
ενεστώτας
sneak away
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneaks away
ενεστώτα μετοχή
sneaking away
απλός αόριστος
sneaked away
παθητική μετοχή
sneaked away
Παραδείγματα
As the party continued, she decided to sneak away without attracting attention.
Καθώς το πάρτι συνεχιζόταν, αποφάσισε να ξεγλιστρήσει χωρίς να τραβήξει την προσοχή.



























