snatcher
snat
ˈsnæ
snā
cher
ʧə
chē
snitcher

Ορισμός και σημασία του "snatcher"στα αγγλικά

01

απαγωγέας, αρπακτικό

someone who unlawfully seizes and detains a victim (usually for ransom) 
snatcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snatchers
02

κλέφτης που αρπάζει και τρέχει, αρπακτικός κλέφτης

a thief who grabs and runs 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store