smutty
smu
ˈsmʌ
sma
tty
ti
ti
nuttyputtysensualityliberality

Ορισμός και σημασία του "smutty"στα αγγλικά

01

βρώμικος, καπνισμένος

soiled with dirt or soot 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
smuttiest
συγκριτικός βαθμός
smuttier
διαβαθμίσιμο
02

αισχρός, χυδαίος

indecent, vulgar, or sexually explicit in a way that is offensive or inappropriate 
Παραδείγματα
The comedian's smutty jokes were met with a mix of laughter and discomfort. 

Τα αισχρά αστεία του κωμικού συναντήθηκαν με ένα μείγμα γέλιου και δυσφορίας.

Λεξικό Δέντρο

smuttily
smuttiness
smutty
smut
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store