Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
smutty
01
βρώμικος, καπνισμένος
soiled with dirt or soot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
smuttiest
συγκριτικός βαθμός
smuttier
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
smuttily
smuttiness
smutty
smut



























