Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
smutty
01
βρώμικος, καπνισμένος
soiled with dirt or soot
Παραδείγματα
The film ’s smutty scenes led to its restricted rating and limited audience.
Οι αισχρές σκηνές της ταινίας οδήγησαν στον περιορισμένο βαθμό και στο περιορισμένο κοινό.
Λεξικό Δέντρο
smuttily
smuttiness
smutty
smut



























