smuggling
smugg
ˈsmʌg
smag
ling
lɪng
ling
strugglingjuggling

Ορισμός και σημασία του "smuggling"στα αγγλικά

01

λαθρεμπόριο, παράνομο εμπόριο

the act of importing or exporting goods or people secretly and against the law 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He was arrested for smuggling drugs into the country. 

Συνελήφθη για λαθρεμπόριο ναρκωτικών στη χώρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

smuggling
smuggle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store