Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
smouldering
01
καυτός, υποβρύχιος
related to a state of intense or suppressed anger that is simmering beneath the surface, often not openly expressed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most smouldering
συγκριτικός βαθμός
more smouldering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician's speech ignited the smouldering discontent among the crowd.
Η ομιλία του πολιτικού άναφλέγει την καπνίζουσα δυσαρέσκεια στο πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
smoulderingly
smouldering



























