Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
smoothly
01
ομαλά, χωρίς δυσκολίες
easily and without any difficulty or disruptions
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The negotiations progressed smoothly, without any major setbacks.
Οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν ομαλά, χωρίς μεγάλα εμπόδια.
02
διπλωματικά, με τακτ
in a polished, courteous, or diplomatic way, especially when handling a sensitive situation
Παραδείγματα
She smoothly handled the guest's complaint without escalating the issue.
Χειρίστηκε ομαλά το παράπονο του επισκέπτη χωρίς να κλιμακώσει το θέμα.
Λεξικό Δέντρο
smoothly
smooth



























