smock
Pronunciation
/ˈsmɑk/

Ορισμός και σημασία του "smock"στα αγγλικά

01

ποδιά, μπλούζα εργασίας

a loose piece of clothing worn over one's garments in order to protect them, while working
smock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smocks
to smock
01

διακοσμώ ράβοντας σε ευθείες γραμμές που διασταυρώνονται διαγώνια, στολίζω με διαγώνιες διασταυρούμενες ραφές

embellish by sewing in straight lines crossing each other diagonally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smock
γ΄ ενικό πρόσωπο
smocks
ενεστώτα μετοχή
smocking
απλός αόριστος
smocked
παθητική μετοχή
smocked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store