smith
smith
smɪθ
smith
withebrithcrithkith

Ορισμός και σημασία του "smith"στα αγγλικά

01

σιδηρουργός, χαλκουργός

someone who works metal (especially by hammering it when it is hot and malleable) 
smith definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smiths
Παραδείγματα
In the village, the smith crafted horseshoes and repaired farming tools for the community. 

Στο χωριό, ο σιδηρουργός κατασκεύαζε πέταλα και επισκεύαζε γεωργικά εργαλεία για την κοινότητα.

02

τεχνίτης, μαέστρος

a person skilled at working with or crafting something specific 
Παραδείγματα
The wordsmith crafted a compelling speech that left the audience inspired. 

Ο τεχνίτης των λέξεων δημιούργησε ένα πειστικό λόγο που άφησε το κοινό εμπνευσμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store