Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smiley
01
smiley, emoticon
a group of characters, such as ':-)', resembling a smiling face used in online conversations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smileys



























