Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smasher
01
γόη, εξαιρετικός
a very attractive or engaging person or thing
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
smashers
02
εμφανής επιτυχία, μεγάλη επιτυχία
a conspicuous success
03
συντρίπτης, καταστροφέας
a person who smashes something
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
smasher
smash



























