Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smash up
[phrase form: smash]
01
συντρίβω, καταστρέφω
to cause significant damage to something, often with force or violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
smash
ενεστώτας
smash up
γ΄ ενικό πρόσωπο
smashes up
ενεστώτα μετοχή
smashing up
απλός αόριστος
smashed up
παθητική μετοχή
smashed up
Παραδείγματα
The rioters decided to smash the windows up as a form of protest against the government.
Οι επαναστάτες αποφάσισαν να σπάσουν τα παράθυρα ως μορφή διαμαρτυρίας κατά της κυβέρνησης.



























