smarmy
smar
ˈsmɑ:
smaa
my
mi
mi
army

Ορισμός και σημασία του "smarmy"στα αγγλικά

01

κολακευτικός, υποκριτικός

excessively flattering or ingratiating in a way that seems insincere 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
smarmiest
συγκριτικός βαθμός
smarmier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His smarmy comments during the meeting made everyone uncomfortable, as they felt forced. 

Τα κολακευτικά σχόλιά του κατά τη διάρκεια της συνάντησης έκαναν όλους να νιώθουν άβολα, καθώς φαίνονταν αναγκαστικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store