Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
smarmy
01
κολακευτικός, υποκριτικός
excessively flattering or ingratiating in a way that seems insincere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
smarmiest
συγκριτικός βαθμός
smarmier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His smarmy comments during the meeting made everyone uncomfortable, as they felt forced.
Τα κολακευτικά σχόλιά του κατά τη διάρκεια της συνάντησης έκαναν όλους να νιώθουν άβολα, καθώς φαίνονταν αναγκαστικά.
Λεξικό Δέντρο
smarminess
smarmy
smarm



























