Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Small change
01
ψιλά, μικρό χρήμα
a trifling sum of money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
small changes
LanGeek



























