slumberer
slum
ˈslʌm
σλαμ
be
μπα
rer
rər
ραρ
/slˈʌmbəɹə/

Ορισμός και σημασία του "slumberer"στα αγγλικά

01

κοιμώμενος, νυσταγμένος

a rester who is sleeping
slumberer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slumberers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store