Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sloping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sloping
συγκριτικός βαθμός
more sloping
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
topography, geometry, construction
Παραδείγματα
The sloping hill made it difficult to walk uphill.
Ο κλιμακωτός λόφος έκανε δύσκολη την ανάβαση.
02
κλιτύς, πλαγιαστός
having a slanting form or direction
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
slopingly
sloping
slop



























