sloping
slo
ˈsləʊ
σλεου
ping
pɪng
πινγκ
slowing

Ορισμός και σημασία του "sloping"στα αγγλικά

01

κλιτύς, πλαγιαστός

having a surface or line that is tilted or inclined at an angle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sloping
συγκριτικός βαθμός
more sloping
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
topography, geometry, construction
Παραδείγματα
The sloping hill made it difficult to walk uphill. 

Ο κλιμακωτός λόφος έκανε δύσκολη την ανάβαση.

02

κλιτύς, πλαγιαστός

having a slanting form or direction 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slopingly
sloping
slop
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store