Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sloping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sloping
συγκριτικός βαθμός
more sloping
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sloping sides of the valley were covered in lush greenery.
Οι πλαγιές της κοιλάδας ήταν καλυμμένες με πλούσια πρασινάδα.
02
κλιτύς, πλαγιαστός
having a slanting form or direction
Λεξικό Δέντρο
slopingly
sloping
slop



























