Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
slippy
01
γλιστερός, λεία
having a smooth or slick surface that makes it difficult to maintain traction or grip
Παραδείγματα
The slippy tiles in the shower made her consider using a non-slip mat.
Τα ολισθηρά πλακάκια στο ντους την έκαναν να σκεφτεί να χρησιμοποιήσει ένα αντιαπολισθητικό χαλάκι.
Λεξικό Δέντρο
slippy
slip



























