Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slicer
01
κόφτης, τεμαχιστήριο
a machine for cutting; usually with a revolving blade
02
τεμαχιστήρας, μαχαίρι κοπής
knife especially designed for slicing particular foods, as cheese
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slicers
03
slicer, παίκτης που κάνει συνήθως slice
a golfer whose shots typically curve right (for right-handed golfers)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
slicer
slice



























