Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sleight
01
επιδεξιότητα, ταχυδακτυλουργία
skill in performing hand movements, often used to deceive or perform tricks
Παραδείγματα
His mastery of sleight allowed him to perform card tricks that seemed impossible.
Η κυριαρχία του στο ταχυδακτυλουργικό του επέτρεψε να εκτελεί κόλπα με χαρτιά που φαίνονταν αδύνατα.



























