sleight
sleight
slaɪt
σλαιτ
slight

Ορισμός και σημασία του "sleight"στα αγγλικά

01

επιδεξιότητα, ταχυδακτυλουργία

skill in performing hand movements, often used to deceive or perform tricks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He used his sleight to deftly manipulate the cards, impressing everyone at the poker table. 

Χρησιμοποίησε την επιδεξιότητά του για να χειριστεί επιδέξια τις κάρτες, εντυπωσιάζοντας όλους στο τραπέζι του πόκερ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store