Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sleepless
01
άυπνος, συνειδητός
always staying awake and alert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sleepless
συγκριτικός βαθμός
more sleepless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sleepless mother monitored her newborn's every movement with care.
Η αϋπνη μητέρα παρακολουθούσε κάθε κίνηση του νεογέννητου της με προσοχή.
02
άυπνος, χωρίς ύπνο
not being able to sleep or staying awake for a long time
Παραδείγματα
His sleepless state left him feeling exhausted and unfocused during the day.
Η αϋπνία του τον άφησε να νιώθει εξαντλημένος και απροσάρμοστος κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Λεξικό Δέντρο
sleeplessly
sleeplessness
sleepless
sleep



























