Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beet
01
παντζάρι, κόκκινο παντζάρι
a vegetable with a round dark red root that is used in cooking or producing sugar
Dialect
American
Παραδείγματα
She pickled the beets to use as a tangy condiment for sandwiches and burgers.
Διατήρησε τα παντζάρια για να τα χρησιμοποιήσει ως πικάντικο καρύκευμα για σάντουιτς και μπέργκερ.
1.1
παντζάρι, τεύτλο
a plant from Eurasia, cultivated for its swollen edible root, grown as a food crop
Παραδείγματα
Red beet is grown for both cooking and juice.
Το παντζάρι καλλιεργείται τόσο για μαγείρεμα όσο και για χυμό.



























