Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sledgehammer
01
σφυρί, βαρύ σφυρί
a large tool consisted of a long handle with a heavy metal block at its end, used with both hands to break a stone, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sledgehammers
Παραδείγματα
He used a sledgehammer to break apart the old concrete patio.
Χρησιμοποίησε ένα σφυρί για να σπάσει την παλιά τσιμεντένια βεράντα.
to sledgehammer
01
χτυπώ με βαριά σφυρί, κτυπώ με βαριά σφυρί
to strike with great force using a sledgehammer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sledgehammer
γ΄ ενικό πρόσωπο
sledgehammers
ενεστώτα μετοχή
sledgehammering
απλός αόριστος
sledgehammered
παθητική μετοχή
sledgehammered
Παραδείγματα
He sledgehammered the concrete wall to break it down.
Αυτός σφυροκόπησε τον τσιμεντένιο τοίχο για να τον καταστρέψει.
Λεξικό Δέντρο
sledgehammer
sledge
hammer



























