Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slave
01
σκλάβος, δούλος
a person who is owned by someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slaves
02
σκλάβος, κατάδικος
someone who works as hard as a slave
03
σκλάβος, δούλος
a person who is excessively or completely controlled by someone or something, often implying a lack of freedom or autonomy
to slave
01
δουλεύω σαν σκλάβος, κοπιάζω
work very hard, like a slave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slave
γ΄ ενικό πρόσωπο
slaves
ενεστώτα μετοχή
slaving
απλός αόριστος
slaved
παθητική μετοχή
slaved
Λεξικό Δέντρο
slaveless
slavelike
slavery
slave



























