slat
slat
slæt
slāt
splatslantsalat
slatted

Ορισμός και σημασία του "slat"στα αγγλικά

01

λαβίδι, σανίδα

a narrow, flat piece of wood, metal, or plastic, typically used as a component in structures like fences, blinds, or furniture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slats
Παραδείγματα
The fence was built using sturdy wooden slats to provide privacy. 

Ο φράκτης κατασκευάστηκε με χρήση στέρεων ξύλινων λαβίδων για να παρέχει ιδιωτικότητα.

to slat
01

κλείνω τα πλαίσια, κατεβάζω τα πλαίσια

close the slats of (windows) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slat
γ΄ ενικό πρόσωπο
slats
ενεστώτα μετοχή
slatting
απλός αόριστος
slatted
παθητική μετοχή
slatted
02

εξοπλίζω με πλακίδια, φράσσω με πλακίδια

equip or bar with slats 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store