slanting
Pronunciation
/ˈsɫæntɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "slanting"στα αγγλικά

01

κλιτύς, λοξός

having a surface or direction that inclines at an angle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slanting
συγκριτικός βαθμός
more slanting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The slanting path up the hill required careful footing.
Το κλιμακωτό μονοπάτι προς το λόφο απαιτούσε προσεκτικό βήμα.

Λεξικό Δέντρο

slantingly
slanting
slant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store