slanting
slan
ˈslɑ:n
slaan
ting
tɪng
ting
slatingslashing

Ορισμός και σημασία του "slanting"στα αγγλικά

01

κλιτύς, λοξός

having a surface or direction that inclines at an angle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slanting
συγκριτικός βαθμός
more slanting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The slanting rays of the setting sun painted the sky with hues of orange and pink. 

Οι πλάγιες ακτίνες του ηλίου που έδυε ζωγράφισαν τον ουρανό με αποχρώσεις πορτοκαλί και ροζ.

Λεξικό Δέντρο

slantingly
slanting
slant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store