Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skirmish
01
σύγκρουση, αψιμαχία
a brief, small-scale fight between small groups, often part of a larger conflict
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skirmishes
Παραδείγματα
The soldiers were involved in a skirmish at the village outskirts.
Οι στρατιώτες συμμετείχαν σε μια σύγκρουση στα περίχωρα του χωριού.
02
συμπλοκή, καβγάς
a short, political argument, particularly between rivals
Παραδείγματα
The soldiers engaged in a brief skirmish with enemy forces before retreating to regroup.
Οι στρατιώτες συμμετείχαν σε μια σύντομη αψιμαχία με τις εχθρικές δυνάμεις πριν υποχωρήσουν για ανασυγκρότηση.
to skirmish
01
συμπλοκίζομαι, μπλέκομαι σε συμπλοκή
to engage in an unplanned or minor fight, often between small groups
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skirmish
γ΄ ενικό πρόσωπο
skirmishes
ενεστώτα μετοχή
skirmishing
απλός αόριστος
skirmished
παθητική μετοχή
skirmished
Παραδείγματα
The patrols skirmished near the border before retreating.
Οι περιπολίες συγκρούστηκαν κοντά στα σύνορα πριν από την υποχώρηση.



























