skillfully
skill
ˈskɪl
skil
fu
lly
li
li
willfullywilfully
skilfully

Ορισμός και σημασία του "skillfully"στα αγγλικά

01

επιδέξια, με δεξιοτεχνία

in a way that shows ability, expertise, or careful technique 
skillfully definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
The chef skillfully filleted the fish with a single knife stroke. 

Ο σεφ επιδέξια έφτιαξε φιλέτο από το ψάρι με μια μόνο κίνηση του μαχαιριού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

skillfully
skillful
skill
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store