skillet
Pronunciation
/ˈskɪɫət/

Ορισμός και σημασία του "skillet"στα αγγλικά

01

τηγάνι, κατσαρόλα

a shallow pan with a long handle, used for frying food
skillet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skillets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store